Ιστολόγιο

  • Συν(γ)– κίνησις. Η σημασία της κίνησης στη θεραπεία και στην αποκατάσταση της ροής.

    trauma

    Επίθεση, φυγή, μούδιασμα. Τα τρία F (fight, flight, freeze) στα Αγγλικά. Είναι οι τρεις αντιδράσεις μας όταν τα σωματικά, ψυχικά, πνευματικά όρια παραβιάζονται. Και όταν τα όριά μας παραβιάζονται, βιώνουμε το λεγόμενο τραύμα. Αυτό μπορεί να συμβαίνει σε τρία επίπεδα. Σε σωματικό μπορεί να περιλαμβάνει μια εγχείρηση, έναν τραυματισμό, μια σωματική κακοποίηση. Η συναισθηματική παραβίαση ενέχει χειραγώγηση, ενοχοποίηση. Σε πνευματικό επίπεδο, βρίσκουμε τον προσηλυτισμό όπου η βασική ανάγκη του ανθρώπου για πίστη σε κάτι ανώτερο από αυτόν γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης.

    Οι προαναφερόμενες τρεις αντιδράσεις ενεργοποιούνται όταν προηγουμένως ο άνθρωπος έχει στραφεί γύρω του σε άλλους ανθρώπους για βοήθεια και δεν έχει βρει ανταπόκριση. Έχει χρησιμοποιήσει το λεγόμενο νεοφλοιό- το νεότερο και “λογικό” μέρος του εγκεφάλου- που είναι υπεύθυνο μεταξύ άλλων για το πως σκεπτόμαστε, αντιλαμβανόμαστε, θυμόμαστε, σχεδιάζουμε και παίρνουμε αποφάσεις. Εφόσον έχουμε ματαιωθεί χρησιμοποιώντας τη νόησή μας για βοήθεια, καταφεύγουμε στις τρεις επόμενες αντιδράσεις που αντιστοιχούν και στα δύο επόμενα επίπεδα του εγκεφάλου, στο συναισθηματικό και το ερπετοειδές. Όταν λοιπόν συνεχίζεται η απειλή, ο κίνδυνος, είτε θα επιτεθούμε (“η επίθεση είναι η καλύτερη άμυνα”) είτε θα προσπαθήσουμε να την αποφύγουμε. Σε αυτήν την περίπτωση, ενεργοποιείται ο συναισθηματικός ή μεταιχμιακός εγκέφαλος. Αυτή η περιοχή είναι υπεύθυνη για πολλές λειτουργίες, όπως τι μας υποκινεί, με ποιό τρόπο εστιάζουμε την προσοχή μας και με ποιό τρόπο θυμόμαστε γεγονότα, μεταξύ άλλων. Εκεί, ακόμα υπάρχει η επιλογή της κίνησης στο σώμα, αλλά και στο συναίσθημα. Αν δεν υπάρχει περιθώριο για αυτές τις δύο αντιδράσεις γιατί έχουμε εγκλωβιστεί ή η απειλή είναι πολύ μεγαλύτερη από εμάς, μουδιάζουμε, παγώνουμε. Η μόνη ανάγκη που κυριαρχεί εκείνη τη στιγμή είναι της επιβίωσης με κάθε κόστος. Επειδή το σύστημά μας είναι απολαυστικά έξυπνα φτιαγμένο, επιλέγει να “κλείσει”, παρά να νοιώθει την παραβίαση ξανά και ξανά. Σταματάμε να νοιώθουμε και να αντιδράμε σε όλα τα επίπεδα. Σε αυτό το σημείο, ενεργοποιείται ο ερπετοειδής εγκέφαλος, το πιο αρχαϊκό επίπεδο που είναι υπεύθυνος για τα βασικά μας ένστικτα (ασφάλεια, τροφή, ύπνος, αναπαραγωγή). Όταν έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο, η επιλογή της κίνησης δεν υπάρχει. Και αυτό αποτελεί ένα από τα κυριότερα συμπτώματα του τραύματος.

    Εφόσον δεχόμαστε ότι είμαστε τρισυπόστατα όντα και λειτουργούμε σε σωματικό, συναισθηματικό και πνευματικό επίπεδο, είναι επόμενο να υποθέσουμε ότι αν πληγεί το ένα επίπεδο, θα επηρεαστούν σε μεγάλο βαθμό και τα άλλα δύο. Αν υπάρξει παραβίαση σε σωματικό επίπεδο, τόσο το συναίσθημα, όσο και το πνεύμα μας θα τραυματιστούν. Αν πάρουμε για παράδειγμα την πολύ αθώα περίπτωση ενός απλού κρυολογήματος, όπου το σώμα πλήττεται, αμέσως νοιώθουμε και ψυχικά κουρασμένοι και πνευματικά αποκαμωμένοι. Ας φανταστούμε λοιπόν τι συμβαίνει σε σοβαρότερες περιπτώσεις, πχ. μιας επέμβασης, ενός σοβαρού τραυματισμού ή ενός βιασμού σε κάθε επίπεδο. Σε ακραία περιστατικά, το συναίσθημα αποκόβεται και υπάρχει η λεγόμενη αποσύνδεση, σχάση όπου ουσιαστικά, χάνουμε τη σύνδεση με τον εαυτό μας. Ο πόνος είναι τόσο μεγάλος, όπου ο οργανισμός μας “κλείνει” τις ασφάλειες. Αντίστοιχα, σε έναν χωρισμό, όπου το συναίσθημά μας δοκιμάζεται, αμέσως νοιώθουμε και το σώμα μας να μην ακολουθεί, πέφτει το ανοσοποιητικό μας και την πίστη μας να πτοείται (“δεν πρόκειται να βρω άλλον άνθρωπο”, “όλα εναντίον μου είναι”). Σαν συνέπεια, αρχίζουμε και αναρωτιόμαστε τι σημαίνει ανάρρωση και θεραπεία. Ποιά διάσταση του καρκίνου θεραπεύεται με τη χημειοθεραπεία; Πώς θεραπεύεται ο συναισθηματικός ακρωτηριασμός; Η φυσικοθεραπεία είναι αρκετή για τη θεραπεία της μέσης; Τι γίνεται με τα συναισθηματικά προβλήματα που “κατοικούν” σε αυτό το σημείο; Η ψυχοθεραπεία είναι αρκετή για την θεραπεία της κατάθλιψης, των φοβιών; Γιατί τα πόδια γίνονται βαριά και ακίνητα και το σώμα μας “δεν πάει”; Ερωτήσεις που φανερώνουν τη σύνδεση και των τριών επιπέδων, αλλά και την αναγκαιότητα της κίνησης. Είτε είναι σωματική, συναισθηματική ή πνευματική.

    Αν αρχίσουμε να θεραπεύουμε το ένα επίπεδο, η θεραπεία περνάει και στα υπόλοιπα. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος ή πιο ήπιος (εφόσον γίνεται σταδιακά) να εισχωρήσουμε και να αντιμετωπίσουμε τη δίνη του τραύματος είναι ο σωματικός. Το κάθε συναίσθημα εμπεριέχει κίνηση. Η χαρά έχει το άπλωμα. Η θλίψη έχει την καταστολή, την ακινησία. Ο θυμός έχει το σπρώξιμο. Ο φόβος έχει τη συρρίκνωση, το “μάζεμα”. Οπότε, ένας τρόπος να φτάσουμε στο τραύμα και να ανοίξουμε το συναίσθημα, να δώσουμε κίνηση στο συναίσθημα, είναι να μπούμε σε σωματική κίνηση. Να αρχίσει ο οργανισμός μας να ξεπαγώνει, να συν-κινείται. Γι αυτό τον λόγο είναι σημαντική η κάθε είδους άσκησης , πόσο μάλλον όταν μας φέρνει και σε περισσότερη επαφή με τη διάσταση της αναπνοής και του εαυτού μας. Η ίδια αναπνοή ενέχει κίνηση: εισπνοή, εκπνοή. Και το πρώτα πράγμα που κάνουμε αυτόματα και ασυναίσθητα όταν κινδυνεύουμε είναι να κάνουμε πολύ ρηχή την αναπνοή μας. Αποτελεί το προπύλαιο του σωματικού και συναισθηματικού μουδιάσματος. Η γιόγκα, το πιλάτες, ο χορός και άλλες μορφές πιο “εναλλακτικής” γυμναστικής είναι εξαιρετικές για να αρχίσει το σώμα να ξεμουδιάζει και να συν(γ)-κινείται. Στον ψυχοθεραπευτικό τομέα, διαφορετικές προσεγγίσεις σωματικής ψυχοθεραπείας που εισάγουν το σώμα στη διαδικασία, αποτελούν επίσης ένα πολύ αποτελεσματικό τρόπο αντιμετώπισης κάθε είδους τραύματος. Σε όλες τις μορφές γυμναστικής όμως ή κινησιοθεραπείας ή σωματικής ψυχοθεραπείας είναι σημαντικό η κίνηση να γίνεται ήπια και σταδιακά. Αν η κίνηση είναι βίαιη, απότομη ή έντονη, το σύστημά μας ανιχνεύει ξανά απειλή παραβίασης και κλείνει.

    Συμπερασματικά, είναι σημαντικό να κατανοήσουμε τη σύνδεση που υπάρχει ανάμεσα στο σώμα, στο συναίσθημα και στο πνεύμα και άρα την αλληλεπίδρασή τους. Εφόσον υπάρξει ακινησία για οποιονδήποτε λόγο σε ένα επίπεδο, θα υπάρξει σε όλα. Και ένας ασφαλής τρόπος ο οργανισμός μας να επανέλθει σε λειτουργία και σε ροή είναι αρχικά να δουλευτεί η σωματική κίνηση με ήπιο και σεβαστικό ρυθμό ως προς το σύστημα του κάθε ανθρώπου. Τότε, η κίνηση εξαπλώνεται, το σώμα μας γίνεται πιο ευέλικτο, άρα και το συναίσθημά μας και το πνεύμα μας. Γινόμαστε πιο ολόκληροι, πιο ζωντανοί και άρα πιο ανοιχτοί να συνδιαλλαχτούμε ξανά με την κίνηση της ζωής.

  • Η επιρροή των πρώιμων εμπειριών στη διαμόρφωση των ενήλικων σχέσεων και αντιλήψεων

    Τα μωρά έρχονται στον κόσμο διαθέτοντας ένα ακατέργαστο και άγουρο υλικό που αργότερα θα αποτελέσει τον «εαυτό», το «χαρακτήρα» τους.  Έρχονται με ένα γενετικό αποτύπωμα και ένα μοναδικό εύρος δυνατοτήτων.  Πολλά από τα συστήματά τους είναι έτοιμα να λειτουργήσουν, αλλά πολλά περισσότερα είναι ημιτελή και αναπτύσσονται μόνο με την ανθρώπινη επαφή και αλληλεπίδραση.

    Οι πρώιμες εμπειρίες με το γονέα ή τον κύριο φροντιστή έχουν πολύ σημαντική επιρροή στο φυσιολογικό σύστημα και στη ψυχολογία του μωρού γιατί ακόμα δεν έχουν διαμορφωθεί και είναι πολύ ευαίσθητα.  Τα συναισθήματα είναι πολύ απλά και βασικά στην αρχή.  Το μωρό βιώνει καθολικά συναισθήματα δυσφορίας/ αγωνίας ή ευχαρίστησης, ενόχλησης ή ανακούφισης χωρίς να μπορεί να αναλύσει νοητικά την πληροφορία.  Οι άνθρωποι πηγαινοέρχονται γύρω του, οι ήχοι και οι μυρωδιές συνεχώς αλλάζουν και διάφορα μοτίβα αρχίζουν να αναδύονται.  Σταδιακά, το μωρό αρχίζει να αναγνωρίζει τα καθημερινά χαρακτηριστικά και να τα αποθηκεύει ως εικόνες. Για παράδειγμα, μια ανακουφιστική εικόνα μπορεί να είναι μια χαμογελαστή μητέρα που έρχεται στην πόρτα, όταν το μωρό κλαίει.  Μια ενοχλητική εικόνα αντίστοιχα, μπορεί να είναι μια μητέρα με εχθρικό πρόσωπο όταν εκείνο κλαίει.  Το νόημα αρχίζει και διαμορφώνεται σταδιακά όσο το μωρό αρχίζει και καταλαβαίνει αν η μητέρα που έρχεται θα φέρει ευχαρίστηση ή δυσφορία ανάλογα με τη συμπεριφορά του.  Σαν αποτέλεσμα, το πρώιμο συναίσθημα σχετίζεται με το κατά πόσο σπρώχνει μακριά ή ελκύει κοντά του ανθρώπους.  Αυτές οι εικόνες θα γίνουν προσδοκίες αναφορικά με το συναισθηματικό κόσμο που ζει και θα το βοηθήσουν να προβλέψει τι θα συμβεί στο μέλλον και πώς να ανταποκριθεί.

    Ευτυχώς, οι περισσότεροι γονείς παρέχουν ενστικτωδώς αρκετή προσοχή και τρυφερότητα στα παιδιά τους και τους εξασφαλίζουν συναισθηματική ασφάλεια.  Όμως, αυτό που φαίνεται να είναι το πιο σημαντικό για το μωρό είναι μέχρι ποιό σημείο ο γονιός ή ο φροντιστής είναι συναισθηματικά διαθέσιμος και παρών για εκείνο, κατά πόσο ανταποκρίνεται στα μηνύματά του και ρυθμίζει τις εσωτερικές του λειτουργίες.  Το μωρό δεν μπορεί να το κάνει μόνο του παρά μόνο να φροντίσει για βασικά πράγματα. Πχ. Να πιπιλίσει το δάκτυλό του όταν πεινάει ή να αποστρέψει το κεφάλι του από ένα δυσφορικό ερέθισμα.

    Πάραυτα, το δύσκολο με τα μωρά είναι ότι χρειάζονται αυτή τη φροντίδα σχεδόν διαρκώς για πολλούς μήνες.  Οι γονείς  που δεν μπορούν να σχετιστούν με το μωρό ή να το νοιώσουν, λόγω των δικών τους δυσκολιών να προσέξουν και να ρυθμίσουν τα δικά τους συναισθήματα, τείνουν να διαιωνίζουν το πρόβλημα ρύθμισης στο παιδί τους.  Το μωρό δεν μπορεί να μάθει να αφουγκράζεται τα δικά του συναισθήματα και να τα διαχειρίζεται αποτελεσματικά, εάν οι γονείς του δεν το κάνουν για εκείνο αρχικά.  Είναι πιθανόν επίσης, να μεγαλώσει πιστεύοντας ότι δεν πρέπει να έχει συναισθήματα εφόσον οι γονείς του δεν τα πρόσεχαν ή δεν τους ενδιέφεραν.  Τα μωρά είναι πολύ ευαίσθητα  στα έμμεσα μηνύματα και θα ανταποκριθούν αρχικά σε αυτά που κάνουν οι γονείς παρά σε αυτά που λένε.  Όμως, αν οι γονείς αφουγκράζονται τα συναισθήματα και τις ανάγκες του παιδιού και ανταποκρίνονται σε αυτά, επαναφέροντας το συναίσθημα του «είμαι καλά», τότε τα συναισθήματα μπορούν να ρέουν και έτσι αρχίζει και τα συνειδητοποιεί.  Ιδιαίτερα εάν οι γονείς ανταποκρίνονται με έναν συγκεκριμένο τρόπο (π.χ., «όταν κλαίω, η μαμά θα με σηκώσει», «όταν βάζει το παλτό της, θα πάμε βόλτα»), θα αρχίσουν να αναδύονται τα μοτίβα.  Αυτές οι προσδοκίες-μοτίβα για το πώς συμπεριφέρονται οι άνθρωποι εγγράφονται στον εγκέφαλο υποσυνείδητα κατά την παιδική ηλικία και ενισχύουν τη συμπεριφορά μας στο πως σχετιζόμαστε με τον άλλον καθόλη τη ζωή μας.  Δεν συνειδητοποιούμε αυτές τις αντιλήψεις μας, αλλά είναι εκεί και βασίζονται στις πρώιμες εμπειρίες μας.

    Οι γονείς χρειάζονται να είναι κατά έναν τρόπο «προπονητές» του συναισθήματος.  Για να αναπτύξει όλο το ανθρώπινο συναισθηματικό δυναμικό το μωρό, οι βασικές του αντιδράσεις χρειάζονται να γίνουν συγκεκριμένα και πολύπλοκα συναισθήματα.  Η «κακή» αίσθηση μπορεί να διαφοροποιηθεί σε ένα εύρος συναισθημάτων όπως, εκνευρισμός, απογοήτευση, θυμός, πόνος.  Μόνο με τη βοήθεια του γονιού μπορεί να γίνει αυτή η διαφοροποίηση.  Επίσης, ο γονιός χρειάζεται να βοηθήσει το μωρό να συνειδητοποιήσει τα δικά του συναισθήματα, και αυτό το κάνει καθρεπτίζοντάς το:  μιλώντας του και δίνοντας έμφαση και υπερβάλλοντας λέξεις και κινήσεις, το μωρό διαπιστώνει ότι δεν είναι οι γονείς που εκφράζονται, αλλά ότι του δείχνουν τα συναισθήματά του. 

    Όμως, αν ο γονιός δεν αισθάνεται άνετα με τα δικά του συναισθήματα, μπορεί να μην είναι τόσο αποτελεσματικός.  Αν η δική του επίγνωση για τα συναισθήματά του είναι μπλοκαρισμένη ή οι δικές του ανάγκες αποσπούν όλη την προσοχή του και τον αποσυντονίζουν, θα του είναι δύσκολο να προσέξει τα συναισθήματα του μωρού, να τους δώσει χώρο και να τα ονομάσει.  Παράλληλα, οι καλές σχέσεις εξαρτώνται από το να μπορούμε να βρούμε μια ισορροπία κατανόησης και αντίληψης των δικών μας συναισθημάτων και του άλλου.  Επίσης, εξαρτώνται από την ανεκτικότητα άβολων και δυσάρεστων συναισθημάτων ενώ ανταλλάσσονται με έναν άλλον άνθρωπο.  Ίσως μια από τις μεγαλύτερες δυσκολίες στις σχέσεις είναι η ρύθμιση  και η διαχείριση των περισσότερο «αρνητικών» συναισθημάτων, του θυμού και της επιθετικότητας..  Εάν ο γονιός δεν έχει μάθει να διαχειρίζεται αυτά τα συναισθήματα, θα έχει μεγάλες δυσκολίες να τα αντέξει στα παιδιά του (π.χ., «μη μου μιλάς έτσι!», «μη με κοιτάς έτσι!»).  Έτσι, αυτά θα μάθουν να τα συγκρατούν – είτε με το να αρνούνται ότι υπάρχουν, ή με το να αποφεύγουν να τα εκφράζουν επειδή θα εκνευρίσουν το γονιό τους.  Έτσι, το παιδί καταλήγει να «ρυθμίζει» του γονείς του με το να τους προστατεύει από τα συναισθήματά του.  Όμως αυτά δεν εξαφανίζονται.  Έρευνες έχουν δείξει ότι τα παιδιά αυτών των οικογενειών μαθαίνουν να φαίνονται ήρεμα και αδιάφορα, αλλά οι παλμοί της καρδιάς τους όταν μετρώνται, αυξάνονται κατακόρυφα.  Ο οργανισμός τους απορυθμίζεται.  Τα παιδιά αυτά, αντί να πάρουν βοήθεια ώστε να επιστρέψουν στο «φυσιολογικό»  επίπεδο διέγερσης, μαθαίνουν ότι δεν μπορούν και δεν υπάρχει βοήθεια από το περιβάλλον για να ρυθμίσουν αυτά τα δυσάρεστα συναισθήματα.  Προσπαθούν να τα καταπιέσουν ή να τα αρνηθούν την ύπαρξή τους, αλλά σπάνια το επιτυγχάνουν.

    Μια άλλη κατηγορία παιδιών που μεγαλώνουν με γονείς που είναι αντιφατικοί ή ασυνεπείς στον τρόπο που ανταποκρίνονται στα συναισθήματά τους (δηλαδή, άλλες φορές νοιάζονται, άλλες αδιαφορούν), διατηρούν την προσοχή τους έντονα στραμμένη στη συναισθηματική κατάσταση του γονέα.  Επιπλέον, υπερβάλλουν τη δική τους συμπεριφορά με την ελπίδα ότι θα αποσπάσουν την προσοχή του.  Αυτή τη φορά, αντί να καταπιέσουν τα συναισθήματά τους, τα μεγαλοποιούν: δίνουν πολύ μεγάλη σημασία και έμφαση στους φόβους και στις ανάγκες τους με αποτέλεσμα να υπονομεύεται και να καθυστερείται η ανεξαρτησία τους.  Ενδεχομένως, να είναι και αυτό που θέλουν υποσυνείδητα αυτοί οι γονείς, εφόσον αυτοί είναι συχνά ενήλικες που σκεπάζουν τις ανασφάλειες τους με το να αισθάνονται ότι οι άλλοι τους χρειάζονται συνεχώς: η απρόβλεπτη συμπεριφορά τους διασφαλίζει τη συνεχή προσοχή του παιδιού τους με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα πετύχει μια ικανοποιητική ανταπόκρισή τους

    Τα παιδιά που έχουν μεγαλώσει κατά κύριο λόγο με αυτά τα δύο ανασφαλή μοντέλα συμπεριφοράς, έχουν μια πιο αδύναμη αίσθηση του εαυτού τους από αυτά που μεγαλώνουν με το ασφαλές μοντέλο.  Και αυτό γιατι ο γονέας δεν τους έχει δώσει αρκετές πληροφορίες για τα συναισθήματά τους ώστε να μάθουν να τα ερμηνεύουν στον εαυτό τους και στους άλλους με αυτοπεποίθηση.  Αντίθετα, προσπαθούν να προστατευτούν, είτε με το να αποσύρονται, είτε με το να εξαρτούνται υπερβολικά από τους άλλους ώστε να αποσπάσουν επιτέλους μια ικανοποιητική ανταπόκριση από αυτούς. Επιπλέον, έχουν δυσκολίες να διαχειριστούν τα έντονα συναισθήματά τους.  Είτε τα απωθούν γιατι δεν ξέρουν τι να τα κάνουν, είτε τα εκφράζουν έντονα και παρορμητικά χωρίς περιορισμούς και χωρίς σεβασμό για τα συναισθήματα του άλλου.

    Συμπερασματικά, τα παιδιά μαθαίνουν αυτά τα συναισθηματικά μοτίβα κατά την παιδική ηλικία, ξεκινώντας από του πρώτους μήνες της ζωής.  Είναι σημαντικό ο γονέας να αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι οι πρώιμες εμπειρίες μας στην πραγματικότητα έχουν πολύ περισσότερη σχέση με τον ενήλικο εαυτό μας από ότι μπορούμε να αντιληφθούμε.  Οι ποιότητες ενός αρκετά «καλού» γονέα  (και των κοντινών σχέσεων γενικότερα) είναι κυρίως «ρυθμιστικές»: η ικανότητα να ακούει, να προσέχει, να διαμορφώνει συμπεριφορές και να μπορεί να αποκαταστήσει θετικά συναισθήματα μέσω κάποιου είδους σωματικής, συναισθηματικής ή νοητικής επαφής, π.χ., ένα άγγιγμα, ένα χαμόγελο, βάζοντας συναισθήματα και σκέψεις σε λόγια.  Με αυτό τον τρόπο το παιδί καταλαβαίνει ότι το ακούνε και το βλέπουνε.  Πρόκειται για ένα χορό αμοιβαίας ανταπόκρισης ο οποίος πραγματοποιείται υποσυνείδητα και τις περισσότερες φορές, αβίαστα.  Μέσω αυτού, κτίζεται ο τρόπος που διαχειριζόμαστε την άμπωτη και την παλίρροια των συναισθημάτων μας και τις σχέσεις μας.  Στην κουλτούρα και στους ρυθμούς που ζούμε, η πρόκληση φαντάζει να είναι να δώσουμε ποιότητα στον χρόνο που χρειάζεται αυτός ο χορός με τα παιδιά μας, αλλά και να ξεκινήσουμε να αφουγκραζόμαστε το παιδί μέσα μας και τις ανεκπλήρωτες ανάγκες του.

  • Παχυσαρκία ή ανάγκη για επικοινωνία

    Στις μέρες μας, η παχυσαρκία είναι ένα θέμα που μας απασχολεί αρκετά, είτε γιατί μας αφορά άμεσα είτε γιατί αφορά κάποιο δικό μας πρόσωπο. Ιδιαίτερα, τα άτομα που το ζουν προσωπικά, έρχονται αντιμέτωποι καθημερινά με προκαταλήψεις που πολλές φορές αγγίζουν τα όρια του κοινωνικού ρατσισμού. Κάποιες από αυτές είναι ότι οι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι άνθρωποι 1) είναι ψυχολογικά διαταραγμένοι και χαμηλής νοημοσύνης, 2) δεν έχουν θέληση, διαφορετικά θα έχαναν βάρος, οπότε είναι επιλογή τους, 3) είναι άπληστοι και παίρνουν βάρος λόγω της μη-ελεγχόμενης λαιμαργίας τους, 4) είναι συνεχώς χαρούμενοι, 5) είναι τεμπέληδες και βρώμικοι, και 6) δεν είναι ελκυστικοί. Σαν αποτέλεσμα, αυτά τα στερεότυπα «πιστεύω» επηρεάζουν προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις και κάθε έκφανση της ζωής αυτών των ανθρώπων, με κύριο χαρακτηριστικό την περιθωριοποίησή τους.
    Όμως ποιοι πραγματικά είναι αυτοί οι άνθρωποι και τα αισθήματά τους; Και το κυριότερο, τι μας ωθεί να καταναλώνουμε υπερβολικές ποσότητες φαγητού; Έρευνες έχουν δείξει ότι τα υπέρβαρα ή παχύσαρκα άτομα στην πραγματικότητα αντιπαθούν τον εαυτό τους, αποστρέφονται τις διατροφικές τους συνήθειες και νοιώθουν περιφρόνηση για την αδυναμία τους να αντισταθούν στη λαχτάρα τους για φαγητό. Εμφανίζουν κατάθλιψη, είναι θυμωμένοι και έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση. Δεν εμπιστεύονται τον εαυτό τους και τους άλλους, είναι τελειομανείς και συχνά χαρακτηρίζονται από παρορμητική σκέψη ή συμπεριφορά. Είναι πολύ κριτικοί με τον εαυτό τους και δεν μπορούν να αναγνωρίσουν και να διαχειριστούν σωστά στα συναισθήματά τους. Νοιώθουν ότι δεν ελέγχουν τις ανάγκες τους, αντίθετα ότι ελέγχονται από το περιβάλλον. Πιστεύουν ότι το σωματικό τους βάρος είναι η κύρια αιτία της δυσαρέσκειας και της δυσφορίας τους, ίσως επειδή αρχικά φαίνεται πιο εύκολο να αλλάξουν αυτό παρά άλλες πτυχές της προσωπικότητάς τους.
    Συνήθως, οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν αυτό το πρόβλημα υγείας έχουν μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον το οποίο δεν κατάλαβε και δεν ανταποκρίθηκε επαρκώς στις ανάγκες και τα συναισθήματά τους. Σαν αποτέλεσμα, δεν έμαθαν ποτέ να έχουν συνείδηση και πραγματική επαφή με τα συναισθήματά τους. Τρώνε για να αποφύγουν δυσάρεστα συναισθήματα και να σκεπάσουν το άγχος τους, τη μοναξιά τους, τη θλίψη τους, τον πόνο τους. Αυτό τους απαλύνει μεν προσωρινά, αλλά τους κάνει να νοιώθουν περισσότερη ντροπή και ενοχές. Έτσι, αυξάνεται το άγχος τους και καταλήγουν να τρώνε ακόμα περισσότερο.
    Το μυστικό για να καταπολεμήσει κανείς την υπερβολική ανάγκη του για φαγητό, είναι να μάθει να νοιώθει, να αντέχει, να αντιμετωπίζει τα αρνητικά συναισθήματα (θλίψη, πόνος, θυμός) και να καταλαβαίνει τι σημαίνουν γι αυτόν παρά να τα καλύπτει ή να τα απαλύνει με φαγητό. Με αυτό τον τρόπο, βλέπει το φαγητό στην πραγματική του διάσταση και αρχίζει να είναι ειλικρινής για το τι θέλει και για το πώς νοιώθει πραγματικά. Το σώμα, το μυαλό και το συναίσθημα αρχίζουν να συνεργάζονται και μετατρέπουν αυτή την φαινομενικά μονοδιάστατη προσπάθεια απώλειας βάρους σε αγώνα για προσωπική ελευθερία και για καλύτερη ποιότητα ζωής και συνδιαλλαγής με τους γύρω μας.