Ιστολόγιο

  • Κρίσεις Πανικού: 6 κατατοπιστικές ερωταπαντήσεις

      Τι σημαίνει ο όρος «κρίση πανικού» και τι είδους διαταραχή είναι αυτή; Πώς προκαλείται μια κρίση πανικού, έρχεται ξαφνικά ή υπάρχουν κάποια προειδοποιητικά σημάδια;

    – Η κρίση πανικού μπορεί να συμβεί στα πλαίσια οποιασδήποτε διαταραχής άγχους, ψυχικής διαταραχής και ιατρικής ασθένειας. Η κρίση πανικού είναι μια συγκεκριμένη περίοδος έντονου φόβου ή στεναχώριας η οποία συνοδεύεται από τουλάχιστον 4 από τα 13 σωματικά ή γνωστικά συμπτώματα. Στο πρώτο επεισόδιο κρίσης πανικού δεν υπάρχει καμία προειδοποίηση, η έναρξη είναι ξαφνική και η αιτία μπορεί να άγνωστη στο άτομο. Στις επόμενες κρίσεις, το άτομο μπορεί να νοιώθει τα συμπτώματα να ξεκινούν και συνήθως, καταλήγει να μένει με το φόβο του «φόβου» για εκδήλωση της κρίσης πανικού.

    • Ποια είναι τα πιο χαρακτηριστικά συμπτώματα μιας κρίσης πανικού και τι διάρκεια έχει μια τέτοια κρίση;

    – Τα πιο χαρακτηριστικά συμπτώματα είναι ταχυπαλμία, εφίδρωση, τρέμουλο, αίσθημα δύσπνοιας και πνιγμού, πόνοι στο στήθος, ναυτία ή στομαχικοί πόνοι, ζαλάδα ή αστάθεια, αποπροσωποποίηση (αίσθημα αποκοπής από το τον εαυτό), φόβος απώλειας ελέγχου, φόβος επέλευσης τρέλας, φόβος θανάτου, μουδιάσματα, ρίγος. Αυτά τα συμπτώματα συνοδεύονται από ένα αίσθημα άμεσου κινδύνου ή επικείμενης καταδίκης και μια παρόρμηση διαφυγής. Συνήθως, μια κρίση φτάνει στο απόγειο της μέσα σε δέκα λεπτά ή λιγότερο και σταδιακά καταλαγιάζει.

    •  Ποιες είναι οι συνέπειες της διαταραχής πανικού στη σωματική και ψυχική υγεία του ατόμου, καθώς και στις κοινωνικές του συναναστροφές; «Κλείνεται», αναπτύσσει φοβίες ότι είναι άρρωστος, ότι μπορεί να το ξαναπάθει οπουδήποτε, οποιαδήποτε στιγμή

    – Η κρίση πανικού δεν είναι επικίνδυνη σε σωματικό επίπεδο για το άτομο. Δεν παθαίνει αυτό που φοβάται ότι θα του συμβεί (π.χ. καρδιακό επεισόδιο, παράλυση, κλπ.). Πάραυτα όμως, ο οργανισμός επιβαρύνεται και κουράζεται από τα συνεχή σωματικά συμπτώματα, με αποτέλεσμα να επέρχεται κούραση σε ψυχικό επίπεδο και το άτομο να «ξοδεύεται» συναισθηματικά. Μπορεί να γίνει ευέξαπτο, νευρικό, απόλυτο με περιορισμένες ανοχές και καταπιεστικό. Επίσης, από τον προαναφερόμενο φόβο ότι μπορεί να επαναληφθεί μια κρίση πανικού, το άτομο σταδιακά αποσύρεται, αποφεύγει τα πολύβουα και μεγάλα μέρη και τη συναναστροφή με πολλούς ανθρώπους. Γι αυτό το λόγο, η αγοραφοβία καταλήγει να συνδέεται άρρηκτα πολλές φορές με τις κρίσεις πανικού.

    • Υπάρχει θεραπευτική αντιμετώπιση για τις κρίσεις πανικού και τι είδους;

    – Υπάρχει θεραπευτική αντιμετώπιση μέσω ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων και τεχνικών τραυματοθεραπείας. Το πρώτο βήμα είναι να μάθει το άτομο να μη φοβάται και να αντιμετωπίζει τις κρίσεις όταν συμβαίνουν. Το δεύτερο βήμα και το πιο μακροχρόνιο είναι να απαλλαγεί από τα συμπτώματα. Εφόσον οι κρίσεις πανικού είναι κατά ένα μεγάλο ποσοστό, η σωματοποίηση ψυχολογικών θεμάτων– συνήθως χρόνιων- αποτελούν ένα είδος «καμπανάκι». Μας ενημερώνουν ότι το σύστημά μας χρειάζεται βοήθεια και υποδηλώνουν ότι ο τρόπος που συνεχίζουμε να λειτουργούμε, μας ζημιώνει. Οπότε, η ψυχοθεραπεία (σωματική ψυχοθεραπεία, συστημική, γνωστική-συμπεριφοριστική, κλπ) θεωρείται αναγκαία

    • Πρακτικές συμβουλές για τεχνικές χαλάρωσης, τι να κάνουμε και πώς να σταματήσουμε την κρίση πανικού όταν μας συμβεί.

    – Το πρώτο σύμπτωμα που συμβαίνει είναι ότι η αναπνοή γίνεται πιο επιφανειακή και κόβεται. Οπότε, το άτομο χρειάζεται καταρχήν, να κάτσει, να στερεώσει τη σπονδυλική του στήλη και να αρχίσει να δίνει ένα ρυθμό στην αναπνοή του (εισπνοή από τη μύτη, εκπνοή από το στόμα). Ο ρυθμός χρειάζεται να είναι ομαλός χωρίς βαθιές ανάσες, διαφορετικά υπάρχει περίπτωση υπεροξυγόνωσης. Επίσης, μπορεί να σκεφτεί έναν «τόπο ασφάλειας», να θυμηθεί έναν τόπο όπου έχει νοιώσει ασφαλές στο παρελθόν και να του δώσει ένα όνομα. Οπότε, σε στιγμές όπου νοιώθει να έρχεται η κρίση, μπορεί να αναφέρει μέσα του τη λέξη και νοερά να θυμάται αυτό το μέρος με κάθε λεπτομέρεια, συνεχίζοντας να αναπνέει πάντα. Τέλος, είναι σκόπιμο να καταλάβει το άτομο ότι αυτές οι κρίσεις δεν θέλουν να το βλάψουν. Αποτελούν «καμπανάκι» κινδύνου που θέλουν να τον προστατέψουν. Οπότε μια στάση κατανόησης και συμπόνιας προς τον εαυτό είναι αναγκαία με σκοπό να ηρεμήσει το σύστημα.

    • Τι αλλαγές προτείνονται στον τρόπο ζωής του ατόμου που πάσχει από διαταραχή πανικού, για να αποφευχθούν νέες κρίσεις.

    – Όπως προαναφέρθηκε, οι κρίσεις πανικού τελικά, έρχονται για να μας προστατέψουν και να μας υποδείξουν ότι αν δεν κάνουμε κάποια αλλαγή στη ζωή μας, μπορεί να αρρωστήσουμε. Χρειάζεται να δούμε μέσα μας και έξω μας ποιοι είναι οι παράγοντες που μας προκαλούν πίεση, φόβο, στεναχώρια και μας ελέγχουν. Μια κύρια αλλαγή είναι να βάλουμε σε προτεραιότητα τον εαυτό μας, να κάνουμε πράγματα που μας ευχαριστούν και μας «τρέφουν» σε συναισθηματικό και πνευματικό επίπεδο. Αυτό δεν είναι εύκολο εγχείρημα και χρειαζόμαστε υποστήριξη. Κάθε αλλαγή προκαλεί και τη δική μας αντίσταση, αλλά και των κοντινών μας ανθρώπων εφόσον αλλάζουν οι δυναμικές. Χρειαζόμαστε υποστήριξη και ενθάρρυνση. Γι αυτό το λόγο είναι αναγκαία η ψυχοθεραπευτική διαδικασία. Επίσης, μια πρακτική αλλαγή για όσους ζουν σε πόλεις, είναι να συμπεριλάβουν τουλάχιστον στο εβδομαδιαίο πρόγραμμά τους ένα περίπατο στη φύση. Η αρμονία που υπάρχει στα δέντρα και στο πράσινο συνηχεί με τις ποιότητες που έχουμε μέσα μας και έτσι γαληνεύουμε εμείς και ηρεμεί το νευρικό μας σύστημα. Τέλος, η επαφή με τα κατοικίδια ζωντανά έχει αποδεικτεί καταπραϋντική για τον οργανισμό, προκαλεί ασφάλεια και χαρά

  • Tι μπορούμε να κάνουμε όταν ένας κοντινός μας άνθρωπος πάσχει από Ψυχική Διαταραχή

     Μέχρι πολύ πρόσφατα, και ίσως ακόμα, το να πάσχει κάποιος άνθρωπος από ψυχική διαταραχή θεωρείται στίγμα τόσο για τον ίδιο όσο και για το οικογενειακό του περιβάλλον.  Εκτός αυτού, συνήθως πέφτει όλο το βάρος και η φροντίδα στον άνθρωπο που πάσχει και παραμελείται ο άνθρωπος ή ο κύκλος (αν είναι τυχερός ο κύριος φροντιστής) που τον φροντίζει. Επίσης, θεωρείται δεδομένο οτι έχουν την απεριόριστη δύναμη και υπομονή να είναι εκεί άγρυπνοι φροντιστές.  Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, ο φροντιστής να βιώνει μεταξύ άλλων, υψηλά επίπεδα άγχους, κρίσεις πανικού, ψυχοσωματικά συμπτώματα που δυσχεραίνουν την καθημερινότητά του, μελαγχολία και μεγάλη σωματική και ψυχική κούραση.  Καταλήγει να ξεχνάει τον εαυτό του, να χάνονται οι προτεραιότητές του, να θυμώνει στον πάσχοντα και να παθαίνει το λεγόμενο «burnout» .  Επιπλέον, νοιώθει ενοχές γι αυτό και κλείνεται τελικά περισσότερο στον εαυτό του.  Οπότε αυτή η πραγματικότητα μας αφήνει με το ερώτημα του τι πρέπει να κάνουμε όταν ένας κοντινός μας άνθρωπος (γονέας, σύντροφος, παιδί) πάσχει από ψυχική διαταραχή και έχουμε αναλάβει τη φροντίδα του.

                 Για να αρχίσουμε να απαντάμε σε αυτό το ερώτημα, χρειάζεται να καταλάβουμε τι ορίζεται ως ψυχική διαταραχή.  Σύμφωνα με το Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών διαταραχών, η  ψυχική διαταραχή είναι ένα κλινικά σημαντικό ψυχολογικό ή/και συμπεριφοριστικό σύνδρομο που παρουσιάζει το άτομο και συνδέεται με πόνο και αγωνία ή/και με ανικανότητα (κάκωση, δυσκολία, αβαρία σε μία ή περισσότερες ανθρώπινες λειτουργίες) ή/και με σοβαρή πιθανότητα θανάτου, βιώματος πόνου, αναπηρίας ή απώλεια ελευθερίας.  Οπότε, αρχικά, ο φροντιστής χρειάζεται να πληροφορηθεί τι είναι η συγκεκριμένη διαταραχή, ποια είναι τα συμπτώματα που θα αντιμετωπίσει, τι εναλλακτικές θεραπείας υπάρχουν.  Πολύ συχνά όμως, πνίγεται και κουράζεται τόσο πολύ από την καθημερινή φροντίδα που προσφέρει που αδυνατεί να ψάξει για πληροφορίες.  Σε άλλη περίπτωση, ο φροντιστής μπορεί να μην θέλει να αντιμετωπίσει το γεγονός ότι ένας άνθρωπός του πάσχει (όσο κοντινότερος ο πάσχων, τόσο πιο δύσκολο είναι για το φροντιστή) και αρνείται είτε να πληροφορηθεί είτε ακόμα και να πάει σε κάποιο ψυχίατρο ή ψυχολόγο.  Και οι δύο περιπτώσεις είναι πολύ ανθρώπινες.  Όμως, τελικά η γνώση είναι δύναμη.  Όσο καλύτερα και πληρέστερα ξέρουμε με τι έχουμε να κάνουμε, τόσο αποτελεσματικότερα και πιο ευέλικτα μπορούμε να δράσουμε.  Σε αυτή τη φάση, οι άνθρωποι που περιβάλλουν το φροντιστή καλούνται να βοηθήσουν: να ψάξουν για πληροφορίες, να ενημερωθούν και να ενημερώσουν.

                 Επίσης, ο φροντιστής χρειάζεται να προστατεύει και να φροντίζει τη δική του ψυχική υγεία.  Εάν ο πάσχων είναι γονιός είναι πιθανό ο φροντιστής να έχει μάθει να ερμηνεύει την πραγματικότητα μέσα από τα μάτια του πάσχοντα γονιού.  Πρόκειται για μια πραγματικότητα διαστρεβλωμένη, χρωματισμένη από την εκάστοτε διαταραχή και άρα βεβαρημένη.  Επιπλέον, σε αυτήν την περίπτωση είναι συχνή η αγωνία του φροντιστή για το αν ο ίδιος θα εκδηλώσει τη συγκεκριμένη διαταραχή ή όχι μεγαλώνοντας.  Οπότε είτε πρόκειται για γονιό που πάσχει είτε όχι, είναι καλό ο φροντιστής να έχει ψυχολογική/ψυχοθεραπευτική υποστήριξη.  Τόσο οι καθημερινές δυσκολίες, αδιέξοδα, απογοητεύσεις όσο και τα προσωπικά άγχη, σκέψεις, συναισθήματα χρειάζονται να εκφράζονται σε ένα ασφαλές πλαίσιο που δεν λογοκρίνει, αλλά ακούει, δίνει γνώση, υποστηρίζει και εμπεριέχει.  Ταυτόχρονα, αν και περιορισμένες στην Ελλάδα, υπάρχουν ομάδες υποστήριξης που αποτελούνται από συγγενείς- φίλους ατόμων που πάσχουν από διαφόρων ειδών διαταραχές (για κάποιες από αυτές, μπορείτε να επισκεφτείτε: http://www.obrela.gr/helplines.htm).  Σε αυτές δίνονται πληροφορίες, ανταλλάσσονται εμπειρίες, σκέψεις, συναισθήματα.  Συμμετέχοντας κάποιος, νοιώθει να υπάρχει γύρω του ένα, πλαίσιο-δίκτυο υποστήριξης.  Παράλληλα, είναι αναγκαίο ο φροντιστής να βρει ή να συνεχίσει να κάνει κάτι που τον “τρέφει” συναισθηματικά και του δίνει κουράγιο να συνεχίζει.  Αυτό σημαίνει καταρχήν να έχει εξασφαλίσει τη βοήθεια κάποιου τρίτου προσώπου κατά τη διάρκεια που θα λείπει και ίσως για κάποιες επιπλέον ώρες.  Όμως είναι αναγκαίο και θέμα επιβίωσης πια να έχει μια ενασχόληση που θα του υπενθυμίζει οτι  έχει και άλλες ρόλους εκτός από φροντιστής και οτι υπάρχει ζωή “εκεί έξω”.

                 Τέλος, ένα θέμα που αγγίζει μια πιο πνευματική διάσταση είναι το “γιατί συμβαίνει αυτό;”.  Πρόκειται για μια ανθρώπινη ερώτηση που τίθεται κυρίως σε στιγμές μεγάλης κούρασης, απόγνωσης και αγανάκτησης.  Γιατί συμβαίνει αυτό στον άνθρωπο που υποφέρει ή γιατί συμβαίνει στην εκάστοτε οικογένεια ή φροντιστή;  Παραμένει γεγονός οτι ο ανθρώπινος εγκέφαλος δεν μπορεί να εξηγήσει τα γεγονότα παρά μόνο παραθέτοντας, συγκρίνοντας πληροφορίες, χρησιμοποιώντας χειροπιαστά κριτήρια, αξιολογώντας το παρελθόν, το παρόν και το συνεχώς εξελισσόμενο μέλλον.  Οπότε στο “γιατί” μπορεί πιθανόν να δώσει μια επιστημονική εξήγηση, αλλά όχι υπαρξιακή που να καταπραΰνει την καρδιά.  Και επειδή ακριβώς ακόμα δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τι έχουν ανάγκη να μάθουν ο πάσχων και ο φροντιστής σε επίπεδο ψυχής, συχνά δεν ωφελεί να ρωτάμε.  Αυτό ίσως περιπλέκει περισσότερο τα πράγματα και σπάνια μας δίνει μια ικανοποιητική απάντηση.  Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να συνεχίζουμε να κινούμαστε μπροστά.  Να αναρωτιόμαστε τι πιθανώς έχουμε να μάθουμε από αυτήν την εμπειρία η οποία δεν είναι τιμωρία, όπως αρκετοί θα εκλαμβάνουν.  Να σκεφτόμαστε τι μπορούμε να κάνουμε καλύτερο κάθε στιγμή, να ζητάμε και να παίρνουμε βοήθεια όταν μας δίνεται και να προσπαθούμε να μην χάνουμε την καλοσύνη προς εμάς και τον άνθρωπο που υποφέρει.  Τότε το “γιατί” ενδεχομένως να μας αποκαλύπτεται καθημερινά και να μας κάνει καλύτερους ανθρώπους και συν-ανθρώπους.

  • Ο ρόλος του εκπαιδευτικού στα χρόνια της εφηβείας

    παιδαγωγός έφηβοιΕπιστρέφοντας από τις καλοκαιρινές μου διακοπές, στο πλοίο συνάντησα μια παρέα εφήβων οι οποίοι μόλις είχαν τελειώσει το σχολείο.  Άλλοι ενθουσιώδεις, άλλοι πιο εσωστρεφείς, είχαν αρχίσει να σχολιάζουν τους καθηγητές τους.  Οι γνώμες διχάζονταν, όμως ένα πράγμα ήταν εμφανές: οι καθηγητές, αυτοί οι «δάσκαλοι» και άρα (ελπίζω) παιδαγωγοί επηρέαζαν τις ζωές αυτών των εφήβων, τις χρωμάτιζαν, τις διαμόρφωναν είτε με τα λόγια τους είτε με τις πράξεις τους.

                 Και ξεκίνησα να σκέφτομαι, ορμώμενη και από τις δικές μου εμπειρίες, τι σημαίνει να είναι κάποιος εκπαιδευτικός και αν το επιλέγει – παιδαγωγός;

     Έρευνες δείχνουν ότι το σχολείο και οι επιδόσεις έρχονται δεύτερα στο πλαίσιο των ανησυχιών των εφήβων.  Και δεδομένου ότι ο έφηβος έχει ανάγκη από καθοδήγηση η οποία όμως να μην προέρχεται από τους γονείς του, τότε ο καθηγητής καλείται να αναλάβει και άλλους ρόλους, περισσότερο παιδαγωγού και μέντορα  

     Ο παιδαγωγός μπορεί να μάθει στον έφηβο ότι η άποψή του είναι σεβαστή και ότι έχει αξία με το να τον ακούει και να συζητάει μαζί του.  Το να είναι κανείς καλός ακροατής, είναι μια τέχνη που λίγοι ξέρουν καλά.  Δεν είναι ανάγκη πάντα ο παιδαγωγός να συμφωνεί με τον έφηβο, αλλά ανάγκη είναι να τον κάνει να αισθάνεται σημαντικός και άξιος προσοχής και σεβασμού, με το να τον ακούει και να είναι διαθέσιμος.  Με αυτόν τον τρόπο η εξουσία και η αδιαλλαξία μετατρέπεται σε πνεύμα διαλόγου και συνεργασίας

     Ο παιδαγωγός μπορεί να μάθει στον έφηβο να μην κρίνει και κατηγορεί τους άλλους, παρά να αξιολογεί δίκαια και να αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών του.  Με αυτόν τον τρόπο, ο αρνητισμός και η σκληρή κριτική αφήνουν το χώρο στην αποδοχή του άλλου όπως και να είναι, στην ευθύνη του εαυτού και στην αυτογνωσία.

     Ο παιδαγωγός μπορεί να μάθει στον έφηβο να είναι ανοικτός σε νέες αντιλήψεις και σε πολιτισμικά «διαφορετικούς» κόσμους.  Με αυτόν τον τρόπο, ο έφηβος μαθαίνει να επαναπροσδιορίζει και να αξιολογεί ασταμάτητα τον εαυτό του και τις αξίες του.  Μαθαίνει να έχει εμπιστοσύνη στο ένστικτό του και να επιλέγει πια τα δικά του πιστεύω και όχι αυτά που του έχουν «ποτιστεί» τυφλά.

     Ο παιδαγωγός μπορεί να μάθει στον έφηβο οτι δεν είναι τέλειος, δεν χρειάζεται να είναι τέλειος και ότι δεν πρόκειται όλοι πάντα να τον αγαπούν ή να τον δέχονται.  Και ότι αυτό είναι εντάξει! Με αυτόν τον τρόπο, ο έφηβος μαθαίνει να είναι ανθρώπινος, να μην κατακλύζεται από άγχος και να μην φοβάται να κάνει λάθη

     Ο παιδαγωγός μπορεί να μάθει στον έφηβο ότι δεν γνωρίζει τα πάντα.  Δεν είναι δουλειά του να σώσει τον κόσμο, αλλά μπορεί να ξεκινήσει με το να μαθαίνει διαρκώς καλύτερα τον εαυτό του.  Με αυτόν τον τρόπο ο έφηβος μαθαίνει να ξεχωρίζει μεταξύ ενοχής και υπευθυνότητας και τη σημαντικότητα να βάζει όρια και να λέει «όχι».

    Ο παιδαγωγός μπορεί να μάθει στον έφηβο ότι οτιδήποτε θέλει να επιτύχει, χρειάζεται να δουλέψει γι αυτό και ότι καμιά φορά είναι εντάξει να ζητάμε βοήθεια.  Με αυτόν τον τρόπο ο έφηβος μαθαίνει τη διαφορά μεταξύ του «εύχομαι» για κάτι και « δουλεύω» για κάτι.  Συνεπώς, για να επιτύχει κανείς, χρειάζεται κατεύθυνση, πειθαρχία και επιμονή και ο παιδαγωγός είναι ο καλύτερος για να του το διδάξει αυτό.

     Ο παιδαγωγός μπορεί να μάθει στον έφηβο να είναι ευγνώμον και να ευχαριστιέται με απλά πράγματα τα οποία τα παίρνουμε ως δεδομένα: καθαρό νερό, ένα ζεστό μπάνιο, μια ωραία παρέα.  Με αυτόν τον τρόπο, ο έφηβος μαθαίνει να είναι ευγνώμον γι αυτά που έχει παρά να παραπονιέται γι αυτά που δεν έχει

     Ο παιδαγωγός μπορεί να μάθει στον έφηβο ότι πραγματικά λαμβάνουμε πράγματα όταν δίνουμε και μοιραζόμαστε γνώσεις, συναισθήματα, εμπειρίες, κατανόηση.  Με αυτόν τον τρόπο ο έφηβος μαθαίνει ότι αρχές όπως ειλικρίνεια, ακεραιότητα και εντιμότητα δεν είναι ξεπερασμένες.  Το αντίθετο, είναι το θεμέλιο για να κτίσει κανείς τη ζωή του αν θέλει να λέγεται άνθρωπος και να τιμά τη ζωή.

     Με αυτά τα «μαθήματα» ο παιδαγωγός έχει την ευκαιρία να μαθαίνει στον έφηβο να παίρνει την ευθύνη του εαυτού του, να μένει πιστός σε αυτόν, να μην προδίδει τις αρχές του και να μην ικανοποιείται για κάτι λιγότερο από ότι επιθυμεί η καρδιά του.  Εφόσον ο εκπαιδευτικός περνάει ένα σημαντικό μέρος της ημέρας με τους εφήβους, έχει πραγματικά την ευκαιρία να τους σμιλέψει.  Το μόνο που έχει να κάνει, είναι να προσπαθεί και εκείνος όσο μπορεί, με τη ζωή του και τις καθημερινές πράξεις του να ακολουθεί τα λόγια του